Πέμπτη, 14 Φεβρουαρίου 2013

Θεωρητική Προσέγγιση της Βίας και εξουσίας







Οδυσσέας Ν. Τσιντσιράκος




Θεωρητική Προσέγγιση
της Βίας και εξουσίας

Η βία και ο φόβος αποτέλεσαν αντικείμενο ενασχόλησης διαφόρων επιστημονικών κλάδων όπως του κλάδου της ψυχανάλυσης, της κοινωνικής ανθρωπολογίας, της κοινωνικής ιστορίας, της κοινωνιολογίας και της εγκληματολογίας. Παρά ταύτα, η απόδοση ενός συγκεκριμένου ορισμού της έννοιας της βίας αποτελεί ένα δύσκολο εγχείρημα, καθώς θα πρέπει να γίνουν γνωστά ορισμένα αντικειμενικά και αμετάβλητα χαρακτηριστικά. Κατά αυτόν τον τρόπο θα γίνει κατανοητό εάν το βίαιο συμβάν μπορεί να αποτελέσει, αποδεκτή ή μη πράξη, νόμιμη ή παράνομη, ανάλογα με το χαρακτηρισμό που θα αποδώσουν τόσο οι θεσμοθετημένοι φορείς του επίσημου κοινωνικού ελέγχου όσο και οι προσλήψεις των κοινωνικών υποκειμένων[1].
Σύμφωνα με το Σωτήρη Δημητρίου στο βιβλίο του Μορφές Βίας, η βία αφορά μία θεσμοθετημένη μονόδρομη κοινωνική σχέση, γεγονός που την καθιστά σχέση δύναμης. Η δύναμη εν τούτοις εκφέρεται με πολλές και διάφορες μορφές. Η εκφορά της μέσω της βίας αποσκοπεί στον έλεγχο του άλλου[2]. Έτσι, η βία δεν αποτελεί ένα απομονωμένο συμβάν, αλλά μία διαδικασία ρύθμισης των κοινωνικών σχέσεων που εκδηλώνεται σε πράξη όταν υπάρξει αφορμή και αιτία[3].

          Η κοινωνική παθολογία του εγκλήματος, άρα και της βίας, έρχεται στο προσκήνιο ή αναβιώνει και εντείνεται σε περιόδους συγκρούσεων και πολέμων.  Σύμφωνα με την «Οικολογική Σχολή» του Σικάγου που έστρεψε το ενδιαφέρον  της στη μελέτη της βίας και του εγκλήματος αμέσως μετά τον Ά παγκόσμιο πόλεμο και έδρασε εντεταμένα κατά τη διάρκεια του μεσοπολέμου, η προσέγγιση της βίας  και του εγκλήματος πραγματοποιήθηκε με τη συνδρομή της κοινωνιολογίας μέσω της θεωρίας και της έννοιας της «συμβίωσης». Δηλαδή, της συνύπαρξης στο ίδιο οικολογικό περιβάλλον διαφορετικών οργανισμών, όπου αναπτύσσεται μία παθολογική αποδιοργάνωση λόγω των διαταραγμένων ισορροπιών[4]. Το προαναφερθέν ερμηνευτικό σχήμα εφαρμόστηκε μεν για τη μελέτη του εγκλήματος και της βίας στις μεταναστευτικές κοινότητες της Αμερικής, παρ’ όλα αυτά, θα μπορούσε σε μεγάλο βαθμό να βοηθήσει ως εργαλείο ερμηνείας και στις παραδειγματικές περιπτώσεις μελέτης που επιχειρούμε να αναλύσουμε.
Συγκεκριμένα, η άποψη που σχετίζεται με την παραπάνω θεωρία ότι «η «καριέρα» στην παραβατικότητα και το έγκλημα αποτελεί μία εναλλακτική λύση που γίνεται πραγματικότητα, όχι μόνο για την οικονομική επιτυχία και την απόκτηση κύρους, αλλά λόγω της εξοικείωσης με παραβατικές πράξεις και άτομα που επιδιώκουν την εκτίμηση και αποδοχή»[5], θα μπορούσε κάλλιστα να εφαρμοστεί στις παραδειγματικές περιπτώσεις που επιλέξαμε. Συνεπώς, η αντιστοιχία των οργανισμών (που συνυπάρχουν στο ίδιο οικολογικό περιβάλλον) με τις αντιστασιακές οργανώσεις που είχαν αναπτυχθεί στην υπό μελέτη κοινωνία της Μελίβοιας, η διαταραγμένη ισορροπία που αντιστοιχεί στην άνομη περίοδο, με το περιορισμένο νομικό πλαίσιο λόγω της γερμανικής κατοχής, καθώς επίσης, η εξοικείωση των ατόμων με εγκληματικές και βίαιες πράξεις, όλα αυτά θα μπορούσαν να ερμηνεύσουν και να φωτίσουν, τόσο τους λόγους, όσο και τις εγκληματικές πράξεις στην κοινότητα της Μελίβοιας κατά την εμπόλεμη περίοδο της δεκαετίας του 1940. 
Προς συνέχιση και διόρθωση της παραπάνω θεωρίας από τη Σχολή του Σικάγο, ο E. Sutherland, εισήγαγε τη θεωρία της «διαφορικής συναναστροφής». Η θεωρία αυτή διατείνεται ότι η εγκληματική συμπεριφορά μαθαίνεται σε διαπροσωπική επαφή μέσω της συμμετοχής στο εσωτερικό στενών ομάδων.  Έτσι, η κοινωνική αποδιοργάνωση ή «διαφορική κοινωνική οργάνωση» συνοδεύεται από υψηλούς δείκτες εγκληματικότητας εφόσον υπερέχουν οι ευνοϊκοί για την παραβίαση του νόμου ορισμοί[6]. Βέβαια, το παραπάνω σχήμα του Sutherland αφορούσε, ξανά, στο μικρο-κοινωνικό περιβάλλον του γκέτο στην Αμερική, παρόλα αυτά, η αντιστοιχία της εν λόγω θεωρίας στην κοινότητα της Μελίβοιας κατά την εποχή των πολεμικών συρράξεων της δεκαετίας του 1940, θα μπορούσε να έχει, για μία ακόμη φορά, άμεση εφαρμογή.
Οι ομάδες ανταρτών στο πλαίσιο της θεωρίας της διαφορικής συναναστροφής εκπαιδεύονται και έρχονται σε καθημερινή άμεση επαφή με βίαιες πράξεις, αρχικά έναντι των Γερμανών και αργότερα, κατά τον εμφύλιο πόλεμο, με συμπατριώτες τους αγωνιστές. Συνεπώς, οι βίαιες πράξεις και τα εγκλήματα που αφορούν τις δύο περιπτώσεις μελέτης που εξετάζουμε θα μπορούσαν, εν μέρει, να δικαιολογήσουν το θεωρητικό σχήμα που παραθέσαμε παραπάνω. Όσο αφορά στη κοινωνική αποδιοργάνωση ή «διαφορική κοινωνική οργάνωση» που παραθέτει ο Sutherland, το συγκεκριμένο νομικό πλαίσιο κατά την περίοδο της κατοχής, από τη μία πλευρά, και κατά την περίοδο του εμφυλίου, από την άλλη, δικαιολογούν για μία ακόμη φορά τις βίαιες και εγκληματικές πράξεις που θα περιγραφούν στη συνέχεια. Η διαφορική κοινωνική οργάνωση σχετίζεται άμεσα με το θεωρητικό σχήμα της «ανομίας», ειδικότερα στο βαθμό που αφόρα την πρώτη παραδειγματική περίπτωση, με τη δολοφονία και τον αποκεφαλισμό του Γρηγορίου Παπαλεξανδρή, καθώς η θεωρία αυτή αναφέρεται στην επιλογή παράνομων μέσων για την επίτευξη των κοινωνικά αποδεκτών στόχων όπως η υλική ευημερία, η κοινωνική ανέλιξη και αναγνώριση. Τα δύο τελευταία στοιχεία που εμπίπτουν στο πεδίο της εξουσίας, αποτέλεσαν κατά τη γνώμη μας, τόσο τα αίτια, όσο και την αφορμή για τη δολοφονία του γιατρού Παπαλεξανδρή της πρώτης παραδειγματικής περίπτωσης.

*  *
*

Η σύνδεση της βίας με το νόμο και το κράτος παρουσιάζει μία ιδιαίτερη δυναμική. Η βία αναγόμενη στο νομικό πλαίσιο χαρακτηρίζεται ως άνομη πράξη διότι αποτελεί παράβαση του νόμου. Λαμβάνοντας υπόψη ότι το πολιτικό σύστημα είναι αυτό που επιβάλλει το νόμο για την τήρηση της κοινωνικής ευταξίας, στο πλαίσιο της γερμανικής κατοχής και του εμφύλιου πολέμου το παραπάνω ερώτημα απαιτεί μία ιδιαίτερη αντιμετώπιση. 
Στη δεκαετία του 1940 και συγκεκριμένα τα έτη 1943 και 1949 που μας απασχολούν, τόσο οι νόμοι όσο και ο κρατικός μηχανισμός βρίσκονταν σε μία ιδιάζουσα κατάσταση. Το 1943 υπό το γερμανικό ζυγό το νομικό πλαίσιο του ελληνικού κράτους έπαψε να υφίσταται και ο νόμος πέρασε στη δικαιοδοσία των στρατιωτικών-αντιστασιακών οργανώσεων που συντάχθηκαν κατά τόπους. Έτσι, δύναμη και εξουσία πέρασαν στα χέρια ορισμένων ατόμων τα οποία δρούσαν αυτόνομα. Η δολοφονία του Γρηγόριου Παπαλεξανδρή κατά το έτος 1943 εμπίπτει στην παραπάνω ιδιάζουσα κατάσταση της χώρας με το περιορισμένο, ως ανύπαρκτο, νομικό πλαίσιο και τη συγκέντρωση μίας σχετικής στρατιωτικής δύναμης-εξουσίας σε ορισμένα μέλη των αντιστασιακών οργανώσεων.
Για να γίνουν γνωστοί οι λόγοι της δολοφονίας του Παπαλεξανδρή θα πρέπει να προσεγγίσουμε το γεγονός της βίας και του εγκλήματος, αυτό καθεαυτό, σύμφωνα με μία σειρά ορισμένων χαρακτηριστικών. Κρίνεται απαραίτητη η ανάλυση του ποιος ασκεί βία σε ποιον, με τι τρόπο  και υπό ποιες συνθήκες.  Η βία ως κοινωνική σχέση συνεπάγεται την κοινωνική διάκριση, την προϊστορία αντιπαλότητας και τη στρατηγική που αναπτύσσουν οι εμπλεκόμενοι[7]. Έτσι, για να αποδώσουμε σε κάποιον πρόθεση και όχι αμέλεια προϋποτίθεται να υφίσταται μεταξύ τους μια ειδική, τεταμένη σχέση, η σχέση αυτή να έχει προϊστορία, να είναι εγγεγραμμένη στη βιογραφία τους, να έχουν δηλαδή «προηγούμενα» ή να προέκυψε μία σύγκρουση γοήτρου. Όλα αυτά καθιστούν τη βία ή την εγκληματική ενέργεια να μην αποτελεί απλώς ένα συμβάν, αλλά μία διαδικασία κοινωνικών σχέσεων φορτισμένη σημασιολογικά όταν υπάρξει αφορμή. Όταν υπάρξει η προϋποτιθέμενη αφορμή, σημαίνει ότι η βία εμπεριέχει μία στρατηγική ρύθμισης των σχέσεων που ονομάζεται αιτία[8].
Στο επίπεδο της εξουσίας και της δύναμης και στην αλληλοσυσχέτισή τους με τη βία και το έγκλημα, οι απόψεις που έχουν διαμορφωθεί παρουσιάζουν δύο διαφορετικές αφετηρίες. Κατά ορισμένους η βία είναι αντίδραση στην απουσία δύναμης, ενώ για άλλους, η βία συνιστά άμεση παρουσία της τελευταίας. Η εφαρμογή της πρώτης άποψης αφορά στην παραδειγματική περίπτωση του γιατρού Παπαλεξανδρή, καθώς οι δράστες-δολοφόνοι, αναζητούσαν από το θύμα-Παπαλεξανδρή, τόσο τη δύναμη που ο τελευταίος κατείχε, όσο και τη σχετική του εξουσία ως προέδρου του χωριού. Έτσι, θα μπορούσε να ειπωθεί στο σημείο αυτό ότι η δολοφονία του υποκειμένου υπέπεσε στην αλληλοσύγκρουση δύο διαφορετικών δυνάμεων και εξουσιών, καθώς, τόσο το θύμα, όσο και ο δράστης παρουσίαζαν έντονα τα δύο τελευταία χαρακτηριστικά (εξουσία-δύναμη) αλλά με διαφορετική δυναμική. Ο πρώτος ως πρόεδρος κατείχε πολιτική εξουσία και άμεση αναγνώριση από την κοινωνία της Μελίβοιας, ενώ ο δράστης-δράστες κατείχαν στρατιωτική εξουσία και δύναμη, ως μέλη της αντιστασιακής οργάνωσης. Η ιδιοποίηση της πολιτικής εξουσίας του θύματος από τους θύτες αποτέλεσε το αίτιο για τη διάπραξη της βίαιης ενέργειας της δολοφονίας και του αποκεφαλισμού του. 
Στη δεύτερη παραδειγματική περίπτωση με τον αποκεφαλισμό του αντάρτη-καπετάνιου, Κέδρου, το δίπτυχο εξουσία-βία, αποτελεί για μία ακόμη φορά το εννοιολογικό εργαλείο μέσω του οποίου καθίσταται συνεπής η προσέγγιση της εγκληματικής πράξης του αποκεφαλισμού του. Η γνωστή πρακτική του αποκεφαλισμού σε υψηλόβαθμα στελέχη των αντάρτικων οργανώσεων και η μετέπειτα διαπόμπευση των κεφαλιών των, έγκειται στον συμβολισμό του θριάμβου και της νίκης, ενώ η περιφορά των κεφαλών στους δημόσιους χώρους αποσκοπεί τόσο στον παραδειγματισμό όσο και στον αποτροπιασμό. Οι δύο τελευταίες πρακτικές του αποκεφαλισμού και της διαπόμπευσης δεν αποτελούν κάτι νέο στην ιστορία της βίας και των βασανιστηρίων στον συσχετισμό τους με την εξουσία. Η άσκηση βίας πάνω στο άτομο αποτελεί το προνομιακό όπλο κάθε εξουσίας[9].
Όπου γιγαντώνεται η κεντρική εξουσία εμφανίζεται αυτομάτως η καταπίεση που εκφράζεται με την εκμηδένιση του ατόμου, την καταστολή της διαφωνίας, την ποινικοποίηση των αμφισβητήσεων και τα βασανιστήρια, τα οποία νομιμοποιούνται ή δικαιολογούνται με την γνωστή επιχειρηματολογία, «πάταξη του εγκλήματος», «εθνική ασφάλεια», «προστασία του καθεστώτος ή του κοινωνικού συνόλου». Κατά τη διάρκεια του πολέμου, ο βασανισμός και οι θηριωδίες λαμβάνουν καθολικές και ολοκληρωτικές διαστάσεις στο όνομα του εθνικού θριάμβου ή της εθνικής σωτηρίας. Η βίαιη εκμετάλλευση του αδύνατου από τον ισχυρό, ο καταναγκασμός και η εξόντωση του αντιπάλου αποτελούν χαρακτηριστικά γνωρίσματα της εξουσίας και της πολιτικής ισχύς[10].
Το δίπολο βία-εξουσία, συνεπώς, στο βαθμό που αφορά τον τρόπο πραγμάτευσης της παρούσας μελέτης, αποτελεί ένα εννοιολογικό και ερμηνευτικό εργαλείο με τη συνδρομή του οποίου θα μπορέσουμε να προσεγγίσουμε τις δύο παραδειγματικές περιπτώσεις ώστε να διαπιστώσουμε τη συμβολική τους υπόσταση. Τόσο στη δολοφονία του γιατρού Παπαλεξανδρή, όσο και στη δεύτερη περίπτωση με τον αποκεφαλισμό του Καπετάνιου Κέδρου, το γνώρισμα της εξουσίας υπήρξε η κινητήρια δύναμη, ενώ λειτούργησε, ταυτόχρονα, ως νομιμοποιητικός παράγοντας για τη δικαιολόγηση των πράξεων – όπου και στις δύο περιπτώσεις, συγκαλύφτηκαν υπό το όνομα της «εθνικής ασφάλειας».



[1] Καρύδης 2003. 9-10.
[2] Δημητρίου 2003, 35.
[3] Δημητρίου 2003, 40.
[4] Καρύδης 2003, 19.
[5] Καρύδης 2003, 19.
[6] Καρύδης 2003, 20.
[7] Δημητρίου 2003, 41.
[8] Δημητρίου 2003, 40.
[9] Σιμόπουλος 1987, 11.
[10] Σιμόπουλος 1987, 12-13.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου