Σάββατο, 26 Ιανουαρίου 2013

Θεωρητική Προσέγγιση του Μεταναστευτικού Φαινομένου






Οδυσσέας Ν. Τσιντσιράκος




Θεωρητική Προσέγγιση
του Μεταναστευτικού Φαινομένου


Το φαινόμενο της προπολεμικής υπερπόντιας
εξωτερικής μετανάστευσης

Ως μετανάστευση ορίζεται κάθε μετακίνηση πληθυσμού από μία περιοχή σε μία άλλη ή από μία χώρα σε μία άλλη, με κυριότερη την επιθυμία των μεταναστών να βελτιώσουν την οικονομικής τους κατάσταση[1]. Οι οικονομικές διαφορές μεταξύ τόπου προέλευσης και τόπου προορισμού, συνιστούν τις βασικές αιτίες μετανάστευσης του πληθυσμού από χώρες χαμηλού σε χώρες υψηλού εισοδήματος[2]. Συνεπώς, η κυρίαρχη άποψη για το μεταναστευτικό φαινόμενο συνίσταται στον ατομικό πόθο των ανθρώπων να αναζητήσουν μία καλύτερη «μοίρα στον ήλιο»[3].
Η μετανάστευση ως φαινόμενο και διαδικασία συνέβαλε κατά ένα μεγάλο βαθμό στη διαμόρφωση μίας οικονομικής και πολιτισμικής πραγματικότητας, τόσο στην Ευρώπη όσο και στην Ελλάδα[4].
Αναφορικά με τη μετανάστευση στην Ελλάδα, θεωρώντας την εν λόγω χώρα, ως χώρα αποστολής μεταναστών, θα μας απασχολήσει ο τύπος της «σύγχρονης νεωτερικής» εξωτερικής μετανάστευσης, με την παραδειγματική περίπτωση ανάλυσης να προέρχεται από το χωριό Μελίβοια Λάρισας. Η μετανάστευση αυτού του είδους είναι άμεσα συνυφασμένη, τόσο με τον οικονομικό παράγοντα που παρακινεί τους ανθρώπους στη συγκεκριμένη διαδικασία, όσο και με την εκβιομηχάνιση στο πλαίσιο της σύγχρονης βιομηχανικής εποχής[5]. Ως εκ τούτου, νεωτερική μετανάστευση νοείται, από τη μία, η μετακίνηση των ανθρώπων σε μεγαλύτερες κοινωνικο-πολιτισμικές αποστάσεις και από την άλλη η μετακίνηση στον κοινωνικό χρόνο, γεγονός που προκύπτει από τη μετανάστευση σε χώρες υποδοχής όπου οι οικονομικο-κοινωνικές δομές βρίσκονται σε διαφορετικά επίπεδα ανάπτυξης από τη χώρα αποστολής. Έτσι, η νεωτερική μετανάστευση δεν επικαθορίζεται μόνο από την εποχή στην οποία συμβαίνει –τη σύγχρονη βιομηχανική εποχή– αλλά και από τους οικονομικούς λόγους που συνδέονται με τη βιομηχανική ανάπτυξη των καπιταλιστικών κοινωνιών[6]. Η μεταπήδηση επομένως από την αγροτική στη βιομηχανική παραγωγή σε σχέση πάντα με τα αναγκαστικά επακόλουθα στις κοινωνικές δομές, γεγονός που αποτελεί την παραδειγματική περίπτωση που εξετάζουμε, δικαιολογεί τη μετακίνηση ενός μεγάλου αριθμού ατόμων από το χωριό Μελίβοια στην καπιταλιστική βιομηχανική κοινωνία των  ΗΠΑ.
Η μετανάστευση των κατοίκων της Μελίβοιας προς τις ΗΠΑ, κατά την προπολεμική εποχή, συνιστά μία πραγματικότητα, η οποία εμπίπτει στο γενικότερο εθνικό φαινόμενο της μετανάστευσης που σημειώθηκε σε  ένα μεγάλο –γεωγραφικά και πληθυσμιακά– ποσοστό της χώρας. Ιδωμένο υπό αυτό το πρίσμα το φαινόμενο της μετανάστευσης στην Ελλάδα θα πρέπει να ερευνηθεί σε σύγκριση με τις αρκετές αναπτυσσόμενες χώρες της Ευρώπης, οι οποίες κατά την ίδια εποχή σημειώνουν  έντονη μεταναστευτική κινητικότητα προς την Αμερική και συγκεκριμένα στο Βόρειο τμήμα αυτής, με κύριο άξονα αναφοράς τις Η.Π.Α.

Ευρωπαϊκή προπολεμική υπερπόντια μετανάστευση

Κύριο χαρακτηριστικό της προπολεμικής ευρωπαϊκής μετανάστευσης συνιστά η μετακίνηση του πληθυσμού από την Ευρώπη προς την Αμερική και συγκεκριμένα προς το Βόρειο τμήμα αυτής[7]. Το εν λόγω φαινόμενο της υπερπόντιας μετανάστευσης σημείωσε έντονα χαρακτηριστικά από το 1840 μέχρι το 1914 με τη μετακίνηση αγροτών προς γεωργικές αρχικά και βιομηχανικές αργότερα εργασίες. Περισσότερα από τριάντα πέντε εκατομμύρια Ευρωπαίοι για λόγους δημογραφικούς, πολιτικούς και οικονομικούς, μεταναστεύουν από διάφορες χώρες της Ευρώπης (λ.χ. Γερμανία, Αγγλία, Ιρλανδία, Πολωνία, Σερβία, Σλοβακία, Τσεχία κ.ά) προς τη Βόρεια Αμερική. Οι λόγοι που παρακίνησαν ένα μεγάλο μέρος του πληθυσμού της Ευρώπης να μετακινηθεί σε μία άλλη ήπειρο συνοψίζονται στις τέσσερις παρακάτω βασικές θέσεις:
Αρχικά η διάδοση της πληροφορίας των απέραντων ανεκμετάλλευτων εκτάσεων της Αμερικής συντέλεσε καθοριστικά στην εν λόγω μετακίνηση. Στη συνέχεια οι προσωπικοί λόγοι του μετανάστη –πολιτικοί και οικονομικοί– τον ώθησαν στον εκπατρισμό του και στην αναζήτηση της τύχη του σε μία νέα ήπειρο. Επιπρόσθετα η πληθυσμιακή αύξηση που γνωρίζει η Ευρώπη εκείνη την περίοδο. Και τέλος η ανάπτυξη και η τελειοποίηση των μεταφορικών μέσων λειτούργησαν συμπληρωματικά, ώστε η μετανάστευση προς την απέναντι όχθη του Ατλαντικού να αποτελεί έναν προορισμό για μία νέα αρχή[8].
Με τη μαζική μετανάστευση των διάφορων εθνικών ομάδων από τη νοτιοανατολική Ευρώπη ο έλεγχος των μεταναστευτικών κυμάτων άρχισε να απασχολεί έντονα τις αρχές της αμερικανικής κοινωνίας[9]. Αρχικά οι μετανάστες με την απασχόληση τους σε ανειδίκευτες θέσεις εργασίας δεν αποτελούσαν απειλή για τους ντόπιους εργάτες των ΗΠΑ. Η σταδιακή όμως αύξηση του αριθμού των μεταναστών, παράλληλα με τις διαδοχικές οικονομικές κρίσεις και την ανάπτυξη της τεχνολογίας –με την αντικατάσταση πολλών ειδικευμένων θέσεων εργασίας από μηχανές– οι ντόπιοι εργάτες άρχισαν να πιστεύουν ότι οι ξένοι αποτελούν μία διαρκή απειλή για την οικονομικής τους ευημερία. Έτσι, η απαγόρευση της εισόδου στις ΗΠΑ, των εγκληματιών, των διανοητικά καθυστερημένων και των πολύγαμων ή άλλων «ηθικά ακατάλληλων» ατόμων, σηματοδοτεί την αρχή μίας πολιτικής ελέγχου της μετανάστευσης[10].
Η μαζική μετακίνηση υπό την παραπάνω μεταναστευτική πολιτική ελέγχου περιορίστηκε σε μεγάλο βαθμό κατά την περίοδο 1921 ως 1924, χάρη στο σύστημα των ποσοστώσεων που θεσπίστηκε στις ΗΠΑ, το οποίο απέβλεπε στον ποσοτικό και ποιοτικό έλεγχο των εισερχόμενων μεταναστών[11]. Συγκεκριμένα, ο νόμος του 1921 καθιερώνει μια ποσόστωση 3% ανά εθνική ομάδα, σύμφωνα με τον αριθμό των εγκατεστημένων στο αμερικανικό έδαφος συμπατριωτών τους κατά την τελευταία απογραφή του 1910. Ο επόμενος νόμος του 1924 αναθεωρεί προς τα κάτω αυτές τις ποσοστώσεις ορίζοντας ως βάση, την απογραφή του 1890, μειώνοντας το ποσοστό εισόδου στο 2%. Από τους παραπάνω νόμους η Ελλάδα βρέθηκε στις πιο μειονεκτικές θέσεις έχοντας το δικαίωμα να στείλει το χρόνο, ως μετανάστες, μόνο 307 άτομα – εκτός εκείνων που προσκαλούνται από τους εκεί εγκατεστημένους συγγενείς[12]

Ελληνική προπολεμική υπερπόντια μετανάστευση

Όσο αφορά στα ελληνικά δεδομένα η υπερπόντια μετανάστευση προς την Αμερική ξεκινά τη δεκαετία του 1880 κατά την οποία μετανάστευσαν 2,3 χιλ. άτομα. Η εν λόγω μεταναστευτική κίνηση προς την Αμερική –με συγκεκριμένο προορισμό το λιμάνι της Νέας Υόρκης– λαμβάνει έντονα χαρακτηριστικά και μία αυξημένη δραστηριότητα, η οποία έγκειται αφενός στην ανάπτυξη της υπερωκεάνιας ατμοπλοϊκής συγκοινωνίας και αφετέρου στη διαφήμιση των ατμοπλοϊκών εταιρειών, οι οποίες μέσω του τύπου και με τη συνδρομή των πρακτορείων μεταναστεύσεως, παρουσίαζαν τις Ηνωμένες Πολιτείες ως «Γην της Επαγγελίας εκ του πλούτου και των αφθόνων δολλαρίων»[13]. Την αμέσως επόμενη δεκαετία, το 1890 και μέχρι το 1920, ο αριθμός των Ελλήνων μεταναστών ανέρχεται σε 383 χιλ. άτομα, εκ των οποίων, το 95% μετακινείται προς ΗΠΑ[14]. Η σημαντικότερη περίοδος ως προς τον αριθμό των μεταναστών αρχίζει το 1902 με 8,5 χιλ. μετανάστες, φθάνει σε δύο σημεία αιχμής, το 1907 με 37,4 χιλ. και το 1914 με 37,9 χιλ. και τελειώνει το 1917 με 24,5 χιλ. άτομα[15]. Από τότε και μέχρι το 1930, η ροή μεταναστών μειώνεται σημαντικά, λόγω των προαναφερθέντων μέτρων μεταναστευτικής πολιτικής των ΗΠΑ (σύστημα ποσοστώσεων του 1921 και 1924).
Ως προς τους γενικότερους λόγους της μαζικής εξόδου των μεταναστών προς τις ΗΠΑ, τόσο τα προβλήματα του γεωργικού τομέα του ελληνικού χώρου, όσο και η γενικότερη δυσχερής οικονομική κατάσταση της χώρας των αρχών του 20ου αιώνα, δημιούργησαν το γόνιμο έδαφος μέσα στο οποίο αναπτύχθηκε η έντονη επιθυμία για το μαζικό φαινόμενο της ελληνικής εξωτερικής μετανάστευσης[16]. Αναφορικά με τα αίτια που προκάλεσαν τη διαδικασία της μετανάστευσης στον ημιορεινό χώρο της Μελίβοιας,  αυτά εμφανίζονται στο οικονομικό κυρίως επίπεδο, λαμβάνοντας υπόψη τις δύσκολες συνθήκες διαβίωσης της εν λόγω κοινωνίας και την περιορισμένη γεωργική παραγωγή του τόπου.
Εντοπίζοντας τα αίτια της μετανάστευσης στο επίπεδο του οικονομικού δεν θα μπορούσε να μελετηθεί διαφορετικά το φαινόμενο αυτό, παρά μόνο σύμφωνα με τις οικονομικές θεωρητικές προσεγγίσεις· από τη μία πλευρά τη μαρξιστική-λενιστική και από την άλλη τη νεοκλασική. Στο πλαίσιο της παρούσας εργασίας, λαμβάνοντας υπόψη το κατεξοχήν αντικείμενο πραγμάτευσης που περιορίζεται χρονικά στην προπολεμική εξωτερική μετανάστευση των Μελιβοιωτών και συνυπολογίζοντας τους κοινωνικο-οικονομικούς παράγοντες της εν λόγω κοινωνίας, θα διαφοροποιηθούμε από τη μαρξιστική-λενιστική θεωρία και θα αναζητήσουμε τα αίτια στη νεοκλασική θεωρητική προσέγγιση για τους λόγους που θα αναφέρουμε στη συνέχεια.
Η πρώτη θεωρία διατείνεται ότι τα αίτια της μετανάστευσης του εργατικού δυναμικού μίας χώρας οφείλονται στον καπιταλιστικό τρόπο παραγωγής της. Συγκεκριμένα, η πλεονάζουσα εργατική δύναμη η οποία δεν εξυπηρετεί τις ανάγκες του κεφαλαιοκράτη, συνιστά τον πλεονάζοντα πληθυσμό, τον αποκαλούμενο εφεδρικό στρατό, ο οποίος είτε περιορίζεται σε εποχικές εργασίες είτε αναγκάζεται να μεταναστεύσει[17]. Η συγκεκριμένη θεωρητική προσέγγιση δεν ανταποκρίνεται στη μελέτη της παραδειγματικής περίπτωσης των μεταναστών της Μελίβοιας, γιατί ο τρόπος παραγωγής στον συγκεκριμένο οικισμό, υπήρξε διαφορετικός από τον καπιταλιστικό τρόπο παραγωγής. Θα μπορούσαμε να πούμε πως χαρακτηριζόταν από την αυτάρκεια ως προς την παραγωγή των απαραίτητων αγαθών για την επιβίωση.
Υπό το παραπάνω πλαίσιο, η νεοκλασική προσέγγιση της μετανάστευσης με τη θεωρία της προσφοράς και της ζήτησης, ανταποκρίνεται σε μεγαλύτερο βαθμό στην πραγματικότητα της κατάστασης της εν λόγω κοινωνίας. Χώρες με πλεόνασμα εργατικού δυναμικού παρουσιάζουν χαμηλά επίπεδα μισθών, οδηγώντας έτσι το εργατικό δυναμικό να μετακινηθεί αναλόγως στη χώρα όπου η αμοιβή είναι μεγαλύτερη[18].  Συνεπώς, ο Μελιβοιώτης μετανάστης θεωρεί ότι επιλέγει στην αγορά εργασίας τη θέση που τον συμφέρει περισσότερο[19]. Η αγροτική εργασία στη Μελίβοια με την απουσία των σύγχρονων μέσων παραγωγής, με την περιορισμένη ποσότητα ποτιστικής γης και το μικρό αριθμό ημερομισθίων, συνετέλεσε καθοριστικά στη μετανάστευση νέων ατόμων προς αναζήτηση της απαραίτητης εργασίας για την εξοικονόμηση χρημάτων, σε χώρες όπου, τόσο η έντονη ζήτηση εργασίας, όσο και τα υψηλά ημερομίσθια, θα αποτελούσαν μία λύση στο υπαρκτό πρόβλημα της ανέχειας που αντιμετώπιζαν οι κάτοικοι του οικισμού της περιόδου του πρώτου μισού του 20ου αιώνα.  


Ελληνική μεταπολεμική εξωτερική μετανάστευση

Για λόγους συνέπειας η αναφορά στη μεταπολεμική μετανάστευση στο πλαίσιο της παρούσας ενότητας καθίσταται απαραίτητη. Αν και ο προβληματισμός που έχουμε θέσει εξαρχής αφορά στην προπολεμική μετανάστευση της κοινωνίας της Μελίβοιας, αξίζει να σημειωθεί, τουλάχιστον συνοπτικά, το φαινόμενο της μετανάστευσης της μεταπολεμικής εποχής στην Ελλάδα, φαινόμενο που υπήρξε έντονο σε οικονομικό κυρίως επίπεδο στην υπό μελέτη κοινωνία του συγκεκριμένου χωριού.
Η μαζικότητα του φαινομένου της μετανάστευσης εντείνεται σε μεγαλύτερο βαθμό στη μεταπολεμική περίοδο. Ενώ από το 1821 έως το 1940 φεύγουν από την Ελλάδα προς άλλη ήπειρο 511.465 άτομα και τα 462.983 από αυτά μεταναστεύουν στις ΗΠΑ, από το 1946 έως το 1977 φεύγουν από την Ελλάδα 507.465 άτομα και μόνο τα 168.067 από αυτά μεταναστεύουν στις ΗΠΑ[20]. Ο αριθμός των μεταναστών που μετακινήθηκε κατά την περίοδο 1946-1954 στις υπερπόντιες χώρες εκτιμάται σε 68 χιλ., ενώ η μεταναστευτική μετακίνηση σε ευρωπαϊκές χώρες ανέρχεται στις 24 χιλ. άτομα. Οι εκτιμήσεις των ειδικών υπολογίζουν ότι οι μετανάστες από το 1946-1977 ήταν περίπου 1 εκατ., μέγεθος που συνιστά μία πρωτοφανή κινητικότητα[21]. Ειδικότερα, η διετία 1960-1962 σηματοδότησε μία ποσοτική και ποιοτική τομή στα ελληνικά δεδομένα, διότι οι μετακινηθέντες που κατευθύνθηκαν προς τις ευρωπαϊκές χώρες και κατά κύριο λόγο προς τη Δυτική Γερμανία, αυξήθηκαν αλματωδώς. Το υψηλότερο ποσοστό μετανάστευσης σε σχέση με τον συνολικό πληθυσμό της χώρας σημειώθηκε το 1965, με το 83% να κατευθύνεται προς τη Δυτική Γερμανία. Είναι γνωστό ότι με την ανατολή της δεκαετίας του 50 η Γερμανία βγήκε από το Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο κατεστραμμένη και διχοτομημένη. Η βιομηχανικές εταιρίες βάζοντας μπροστά τα εργοστάσια χρειάζονταν φτηνή εργατική δύναμη, την οποία η γερμανική πολιτική αναζήτησε σε χώρες υπό ανάπτυξη, με κυριότερες τις Βαλκανικές, ενώ τράβηξε σε υψηλότερα κοινωνικά στρώματα τον ντόπιο πληθυσμό, για να τον απασχολήσει σε μεταποιητικές και μεσολαβητικές εργασίες. 
Αυτοί είναι κυρίως οι λόγοι που στα πλαίσια των σύγχρονων μεταναστευτικών ρευμάτων η Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας γίνεται ο κύριος πόλος έλξης ελληνικού εργατικού δυναμικού για τις βιομηχανίες και τα εργοστάσιά της[22]. Η Γερμανία χαρακτηρίζεται από την πρόσληψη εργατικού δυναμικού που τοποθετείται κατά προτεραιότητα στις μεταποιητικές βιομηχανίες, σε θέσεις λίγο ή καθόλου εξειδικευμένες. Από τους 151.437 Έλληνες μισθωτούς που καταμετρήθηκαν στα τέλη του 1977 στην Γερμανία, το 82% απασχολείται στον δευτερογενή τομέα, και απ’ αυτούς το 42,3% στη μεταλλουργία, την αυτοκινητοβιομηχανία και την ηλεκτροβιομηχανία. Η μαζικού τύπου μετανάστευση ατόμων αγροτικής και γεωργικής, κυρίως, προέλευσης, προς τη Γερμανία, αποτελεί το δεύτερο μεγάλο κύμα μετανάστευσης ύστερα από εκείνο των αρχών του 20ου αιώνα προς τις Ηνωμένες Πολιτείες[23].
Δεν αποτελεί εξαίρεση από την παραπάνω αναφορά η κοινωνία της Μελίβοιας. Στη μεταπολεμική εποχή, μεγάλος υπήρξε ο αριθμός Μελιβοιωτών που μετανάστευσαν στη Γερμανία προς αναζήτηση των απαραίτητων οικονομικών πόρων. Η παραμονή τους βέβαια εκεί, διαφοροποιείται ως προς τη χρονική διάρκεια σε σύγκριση με τη προπολεμική μετανάστευση. Η διαφοροποίηση του μεταναστευτικού κύματος προς τη Γερμανία σε αντίθεση με τις υπερπόντιες χώρες, εντοπίζεται στη ρευστότητα του φαινομένου ως προς το χρόνο παραμονής στη χώρα υποδοχής, γεγονός που προκύπτει από την εγγύτητα της απόστασης Γερμανίας -Ελλάδας, κάτι που διευκόλυνε στο πήγαινε-έλα. Αντιθέτως, στη μετανάστευση προς τις ΗΠΑ η παραμονή παρατεινόταν μέχρι τη σύνταξη. Συνεπώς, χαρακτηριστικό γνώρισμα της μεταπολεμικής μετανάστευσης προς τη Γερμανία, υπήρξε ο «προσωρινός χαρακτήρας», απόρροια της σχετικά μικρής απόστασης με την Ελλάδα, γεγονός που δε βοήθησε μόνο στη διευκόλυνση της επιστροφής, αλλά και στη συχνή μετακίνηση των μεταναστών μεταξύ της χώρας αποστολής και χώρας υποδοχής.
Οι ανάγκες της αγοράς εργασίας και η πολιτική των δυτικοευρωπαϊκών κρατών καθόρισε τη ροή της μεταναστευτικής κίνησης μετά το 1960. Οι χώρες υποδοχής με την υιοθέτηση της πολιτικής προώθησης της οικονομικής ανάπτυξης και με την αύξηση του εργατικού δυναμικού μέσω της μετανάστευσης, συνετέλεσαν στην υψηλή κινητικότητα των μεταναστών. Η μέση ηλικία των μεταναστών προς τις χώρες της Βορειοδυτικής Ευρώπης υπήρξε μεταξύ 25-32 χρονών, στην πλειονότητά τους άνδρες, γεγονός που στη συνέχεια διαφοροποιείται με τη μετανάστευση μεγάλου αριθμού έγγαμων και μη γυναικών.
Τα επαγγέλματα των μεταναστών στις χώρες υποδοχής περιορίζονταν στον πρωτογενή τομέα παραγωγής[24]. Οι εργάτες γης και οι ιδιοκτήτες μικρών και διάσπαρτων αγροτικών κλήρων, οι οποίοι δεν κατόρθωσαν να ανταποκριθούν στην ενσωμάτωση της αγροτικής παραγωγής στην οικονομία της αγοράς, αντιπροσώπευαν το μεγαλύτερο ποσοστό των μεταναστών. Μία σειρά προβλημάτων της αγροτικής οικονομίας εξηγούν την ανεργία και την υποαπασχόληση στην ύπαιθρο, ενώ αποτελούν, σε τελική ανάλυση, τόσο το αίτιο της αγροτικής εξόδου όσο και την αιτία του μεταναστευτικού φαινομένου εν γένει. Η έλλειψη ευκαιριών απασχόλησης, η περιορισμένη έκταση γης για σταθερή απασχόληση, υψηλότερο μισθό και καλύτερες συνθήκες εργασίας, αποτέλεσαν τους καθοριστικούς παράγοντες για τη λήψη της ατομικής απόφασης του μετανάστη να αναζητήσει μία καλύτερη ζωή στο εξωτερικό. Συγκεκριμένα, οι αμοιβές των χωρών της Δυτικής Ευρώπης, τριπλάσιες από αυτές τις Ελλάδας, η σχετική εξασφάλιση του συμβολαίου εργασίας, η ασφαλιστική κάλυψη και τα επιδόματα, κατεύθυναν τους νέους της Ελλάδας προς τις οικονομικά αναπτυγμένες χώρες[25].




[1] Λ. Βεντούρα, Μετανάστευση και Έθνος, Μετασχηματισμοί στις συλλογικότητες και τις κοινωνικές θέσεις, Θεωρία και μελέτες Ιστορίας 15 Ε.Μ.Ν.Ε-Μνήμων 1994, σελ. 9.
[2] Θ. Λιανός-Τζενιφ. Καβουνίδη, Μεταναστευτικά ρεύματα στην Ελλάδα κατά τον 20ο αιώνα, Κέντρο Προγραμματισμού και οικονομικών ερευνών, Αθήνα 2012, σελ. 42.
[3] Ι. Λαλιώτου, Διασχίζοντας τον Ατλαντικό, Η ελληνική μετανάστευση στις ΗΠΑ κατά το πρώτο μισό του εικοστού αιώνα, μτφ. Πελ. Μαρκέτου, Πόλις, Αθήνα 2006, σελ. 22.
[4] Λ. Μουσούρου, Μετανάστευση και Μεταναστευτική Πολιτική στην Ελλάδα και την Ευρώπη, Gutenberg, Αθήνα 1991, σελ. 15.
[5] Στο ίδιο, σελ. 16-17.
[6] Στο ίδιο, σελ. 18.
[7] Στο ίδιο, σελ. 28.
[8] Στο ίδιο, σελ. 29.
[9] Λ. Βεντούρα, Μετανάστευση και Έθνος, Μετασχηματισμοί στις συλλογικότητες και τις κοινωνικές θέσεις, ό.π., σελ. 13.
[10] Στο ίδιο, σελ. 13-14.
[11] Λ. Μουσούρου, Μετανάστευση και Μεταναστευτική Πολιτική στην Ελλάδα και την Ευρώπη, ό.π., σελ. 28-29.
[12] N. Green, Οι δρόμοι της μετανάστευσης, Σύγχρονες θεωρητικές προσεγγίσεις, μτφ. Δ. Παρσάνογλου, Σαβάλλας, Αθήνα 2004, σελ. 65-66.
[13] Θ. Κονταργύρης, Ο Απόδημος Ελληνισμός της Αμερικής, Αθήναι 1964, σελ. 33.
[14] Λ. Μουσούρου, ό.π., σελ. 31.
[15] Θ. Λιανός-Τζένιφ. Καβουνίδη, ό.π., σελ. 28.
[16] Λ. Μουσούρου, ό.π., σελ. 30-32.
[17] Στο ίδιο, σελ. 55-57.
[18] Ελ.-Ανδρ. Σαμπατάκου, Ερμηνεύοντας την εξέλιξη της κοινής μεταναστευτικής πολιτικής της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Νομοθετική, Θεσμική, Επιχειρησιακή Εξέλιξη. Δρώντες, Δομές και Διάδραση. Παπαζήση, Αθήνα 2010, σελ. 59.
[19] Στο ίδιο, σελ. 67-68.
[20] Λ. Μουσούρου, ό.π., σελ. 35.
[21] Λ. Βεντούρα, Έλληνες Μετανάστες στο Βέλγιο, Νεφέλη, Αθήνα 1999, σελ. 79.
[22] E. Kolodny, Νεοκαισάρεια (Πιερίας): παράδειγμα μαζικής μετανάστευσης από ένα χωριό της δυτικής Μακεδονίας προς την Ομοσπονδιακή Γερμανία, στο Στ. Δαμιανάκος (επιμ.), Διαδικασίες κοινωνικού μετασχηματισμού στην αγροτική Ελλάδα, Εθνικό Κέντρο Κοινωνικών Ερευνών, Αθήνα 1997, σελ. 45.
[23] Στο ίδιο, σελ. 46.
[24] Λ. Βεντούρα, Έλληνες Μετανάστες στο Βέλγιο, ό.π., σελ. 81-84.
[25] Στο ίδιο, σελ. 85-86.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου