Σάββατο, 26 Ιανουαρίου 2013

Μετανάστευση και Λογοτεχνική διαδικασία






Οδυσσέας Ν. Τσιντσιράκος



Μετανάστευση και Λογοτεχνική διαδικασία

Η λογοτεχνική διαδικασία και παραγωγή ως πληροφοριακό σύστημα, συνετέλεσε στην κοινοποίηση των εικόνων και των αναπαραστάσεων της ξενιτιάς και στη διαμόρφωση των κοινωνικών σχέσεων των υποκειμένων. Η ένταση της λογοτεχνικής διαδικασίας από τις αρχές του 20ου αιώνα στις ΗΠΑ υπήρξε πραγματικά εντυπωσιακή[1]. Όσο αφορά στα ελληνικά δεδομένα, οι ελληνικές εκδοτικές εταιρίες των ΗΠΑ, Ατλαντίδα και Εθνικός Κήρυκας, με την έκδοση και διανομή συγκεκριμένων τιμοκαταλόγων που περιελέμβαναν μυθιστορήματα, ποίηση, θεατρικά έργα, χρονολόγια και ιστορίες, αποσκοπούσαν στη γνωστοποίηση ζητημάτων σχετικών με τη ζωή και τις δραστηριότητες των μεταναστών και των συλλόγων τους.
Έτσι, η λογοτεχνική διαδικασία με περιεχόμενο την εμπειρία της μετανάστευσης, συνιστά ένα μηχανισμό παραγωγής της μεταναστευτικής υποκειμενικότητας και των πολιτισμικών αναπαραστάσεών της[2]. Η τεράστια δημοτικότητα των λογοτεχνικών κειμένων –διηγημάτων με εμπειρίες μεταναστών– οδήγησε τους συντάκτες εφημερίδων και λογοτεχνικών περιοδικών, κατά τις πρώτες δεκαετίες του 20ου αιώνα στις ΗΠΑ, στη διοργάνωση λογοτεχνικών διαγωνισμών «καλύτερου διηγήματος για τη μετανάστευση».
Τα διηγήματα για τη μετανάστευση συγκαταλέγονταν στα «ελάσσονα» είδη της ελληνικής λογοτεχνίας, συνταγμένα στη δημοτική, με εμπλουτισμό γλωσσικών στοιχείων των τοπικών διαλέκτων και ιδιωμάτων· καθώς και με εξελληνισμένες λέξεις τις οποίες οι Έλληνες μετανάστες ενσωμάτωναν συνεχώς στην ελληνική γλώσσα. Με τον τρόπο αυτό, συντελείται η απεδαφοποίηση της γλώσσας και η συλλογική συνάρθρωση, γεγονός που εξέφραζε τις συλλογικές εμπειρίες και τις ηθικές θέσεις των μεταναστών[3]. Στόχος των εκδοτών ήταν να αναδείξουν την ανάπτυξη της τοπικής λογοτεχνικής και εγγράμματης κοινότητας Ελλήνων στην Αμερική, όπως επίσης και της πολιτικής και της κοινωνικής συνείδησης της τελευταίας. Έτσι, η ανάδειξη και δημοσιοποίηση των βιωμένων εμπειριών και των υποκειμενικών τους εκδοχών εμπίπτει ακριβώς στον παραπάνω στόχο.
Τα διηγήματα για τη μετανάστευση είχαν συλλογικό χαρακτήρα με το περιεχόμενό τους να αποτελείται από προσωπικές και υποκειμενικές αφηγήσεις που συνέβαλλαν στη συλλογική εμπειρία, με σκοπό τη σύσταση της κοινοτικής νοηματοδότησης της ξενιτιάς[4]. Οι ποικίλες θεματικές των μεταναστευτικών διηγημάτων και αφηγήσεων, με τη συνεχή αναφορά σε παραδειγματικές περιπτώσεις βιωμένων εμπειριών των μεταναστών, συνετέλεσαν καθοριστικά στην εδραίωση της μεταναστευτικής υποκειμενικότητας. Τα κοινά χαρακτηριστικά των αφηγήσεων με τη επανειλημμένη τους αναφορά αποσκοπούσαν ακριβώς στην παραπάνω εδραίωση.
Η επίμονη ενασχόληση με τον τόπο αποτελούσε ένα κοινό χαρακτηριστικό των εν λόγω αφηγήσεων. Οι λέξεις, λόγου χάρη, Αμερική και Πατρίδα, ως νοηματικός άξονας των αφηγήσεων, δεν υπονοούσαν τον προφανή χώρο των ΗΠΑ και της Ελλάδας, αλλά αναφέρονταν σε επιμέρους περιοχές αυτών, από τη μία πλευρά, σε συγκεκριμένες κωμοπόλεις των ΗΠΑ, και από την άλλη –με την λέξη πατρίδα– αναφέρονταν σε ένα συγκεκριμένο χωριό ή στην επαρχία του μετανάστη. Έτσι, οι μεταναστευτικές αφηγήσεις μετασχημάτιζαν τα εθνικά ονόματα σε σημαίνονται που η σημασίας τους αναβαλλόταν διαρκώς[5]. Ένα δεύτερο κοινό χαρακτηριστικό των παραπάνω αφηγήσεων προκύπτει από την αναφορά στα πρώτα χρόνια παραμονής του μετανάστη στις ΗΠΑ. Οι περιγραφές σημαντικών στοιχείων της ζωή των μεταναστών όπως κοινωνικοί χώροι στην κοινότητα, επαφές με άλλους μετανάστες και φυλετικές ομάδες, ανδρικές φιλίες και δεσμοί· οι αναφορές σε συγκεκριμένους κοινωνικούς τύπους και χαρακτήρες όπως ο μπόσσης (αφεντικό), ο πολιτσμάνος, ο σπόρτης (τύπος με ακριβό ντύσιμο, καλή γνώση της αγγλικής, σχέσεις με γυναίκες) – αποσκοπούσαν στην αναπόλησή τους στα «πρώτα χρόνια» της μετανάστευσης, ενισχύοντας έτσι την ιδέα της βελτίωσης της κοινωνικής και πολιτισμικής τους θέσης. Η συχνή επίσης αναφορά στον θάνατο και την απώλεια, και στην αγωνία μήπως πεθάνουν στην Αμερική – έξω από τους κόλπους της ελληνικής κοινότητας, αποτελούν τα βασικά μοτίβα τέτοιων αφηγήσεων. Δεν έλλειπε επίσης η αναφορά σε μετανάστες «παραστρατημένους» ή ιδιόρρυθμους –σύμφωνα με το κοινά αποδεκτό πρωτόκολλο κοινωνικής συμπεριφοράς– οι οποίοι όχι μόνο ζούσαν έξω από τα πλαίσια της ελληνικής κοινότητας αλλά λησμονούσαν επίσης τα καθήκοντα και τις υποχρεώσεις τους απέναντι στις οικογένειες που είχαν αφήσει πίσω στην πατρίδα. Οι αφηγήσεις αυτές παρουσιάζουν ιδιαίτερη σημασία, καθώς καταδεικνύουν τον τρόπο με τον οποίο η Αμερική εκπροσωπούσε για τους μετανάστες μια ιδιαίτερη δομή συναισθημάτων, όπως το φόβο της λήθης, ο οποίος στη συγκεκριμένη περίπτωση σήμαινε ότι το υποκείμενο λησμονά την καταγωγή του και περνά έτσι και το ίδιο στη λησμονιά[6].
Όλα τα παραπάνω πιστοποιούν την έντονη λογοτεχνική παραγωγή η οποία συνετέλεσε στην καθιέρωση της συγκεκριμένης κουλτούρας του Έλληνα μετανάστη της Αμερικής. Οι υποκειμενικές αναπαραστάσεις των μεταναστών γίνονται γνωστές μέσω των αφηγήσεων, των διηγημάτων, των αυτοβιογραφιών και των ιστοριών ζωής – λογοτεχνικών δηλαδή ειδών που αποτελούν τις κεντρικές πλευρές της κουλτούρας των μεταναστευτικών κοινοτήτων. Οι μετανάστες στην προσπάθειά τους να διασώσουν τη μνήμη τους παράγουν ένα πλήθος τέτοιων ιστοριών είτε σε γραπτό είτε σε προφορικό λόγο. Πολλές φορές, όπως συμβαίνει και στην παραδειγματική περίπτωση που έχουμε επιλέξει, οι αφηγήσεις αυτές γράφονται από τους απόγονους ή συγγενείς των μεταναστών ως μία απόπειρα να μη λησμονηθούν εκείνοι που έφυγαν[7]. Ως εκ τούτου, οι μεταναστευτικές βιοϊστορίες παράγονται μέσα από τις υλικές συνθήκες της μετανάστευσης, ενώ διαμεσολαβούνται και διαδίδονται από διάφορους μηχανισμούς (συγγενείς του μετανάστη) παραγωγής γνώσης και πληροφορίας,  έτσι ώστε η αφήγηση της ιστορικά βιωμένης εμπειρίας του τελευταίου να μετασχηματίζεται σε πολιτισμικά μαθημένη ιστορική γνώση.
Αναφορικά με τις μεταναστευτικές βιοϊστορίες, αυτές παρουσίαζαν μία πολλαπλή λειτουργία και αποτελούσαν περισσότερο μία περιγραφή της καθημερινής ζωής στην ξενιτιά, παρά μία μορφή λογοτεχνικής αναπαράστασης της κοινωνικής εμπειρίας. Ακολουθούσαν συγκεκριμένα υποδείγματα με επαναλαμβανόμενα στοιχεία προς σχηματισμό της κοινωνικής και πολιτισμικής προσωπογραφίας του μετανάστη[8]. Ένα άλλο είδος λογοτεχνικής παραγωγής με άμεση αναφορά στην υποκειμενικότητα και στις αναπαραστάσεις του μετανάστη, αποτελούν τα αυτοβιογραφικά κείμενα. Αυτά μας επιτρέπουν να διεισδύουμε στην πολλαπλότητα και τη ρευστότητα της υποκειμενικότητας, καθώς σύμφωνα με τους μελετητές της αυτοβιογραφίας, μέσα από τις ιστορίες των άλλων οι άνθρωποι διηγούνται τις δικές τους. Έτσι οι ποικίλες πτυχές της υποκειμενικότητας ανιχνεύονται με την ανάγνωση των διαφορετικών αφηγήσεων που εντοπίζονται μέσα στο ίδιο το αυτοβιογραφικό κείμενο[9]. Το τελευταίο γνώρισμα θα μας απασχολήσει ιδιαίτερα στη συνέχεια, καθώς η παραδειγματική περίπτωση του Δυσσέα, αποτελεί σε μεγάλο βαθμό το προαναφερθέν χαρακτηριστικό.
Οι περισσότερες αυτοβιογραφίες Ελλήνων μεταναστών της πρώτης γενιάς έχουν γραφεί στα ελληνικά και εκδόθηκαν στην Ελλάδα αμέσως μετά τον δεύτερο Παγκόσμιο πόλεμο. Το βασικό τους χαρακτηριστικό εντοπίζεται στο διδακτικό ύφος, κάτι που αποσκοπούσε στην παροχή πληροφοριών για τις ευκαιρίες που προσέφερε η μετανάστευση, πληροφορίες χρήσιμες για τους μελλοντικούς μετανάστες, γεγονός που βασίζονταν στην παραδοχή ότι η υποκειμενική εμπειρία του μετανάστη στις ΗΠΑ μπορούσε, σαν το μισθό του, να αποσταλεί στην πατρίδα ως έμβασμα. Έτσι τα αυτοβιογραφικά αφηγήματα συνιστούσαν ένα επικοινωνιακό μέσο νοηματοδότησης της ζωής στην ξενιτιά[10]




[1] Ι. Λαλιώτου,  Διασχίζοντας τον Ατλαντικό, Η ελληνική μετανάστευση στις ΗΠΑ κατά το πρώτο μισό του εικοστού αιώνα, μτφ. Πελ. Μαρκέτου, Πόλις, Αθήνα 2006, σελ. 180.
[2] Στο ίδιο, σελ. 180-183.
[3] Στο ίδιο, σελ. 184.
[4] Στο ίδιο, σελ. 190.
[5] Στο ίδιο, σελ. 192-193.
[6] Στο ίδιο, σελ. 194-196.
[7] Στο ίδιο, σελ. 271.
[8] Στο ίδιο, σελ. 273-274.
[9] Στο ίδιο, σελ. 305.
[10] Στο ίδιο, σελ. 316-317.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου